Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επείσακτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ξενολάτρης, ξενομανής, που θαυμάζει το ξένο ως καλύτερο του εγχώριου Βικιλεξικό
  2. ο ξενόφερτος, ο ξενοφερμένος, αυτός που εισάγεται Βικιλεξικό
    • η ποπ μουσική με αγγλική στιχομυθία είναι μια επείσακτη μορφή πολιτισμού, σημάδι της αμερικανικής πολιτισμικής κυριαρχίας απορρέουσα της παγκόσμιας γεωπολιτικής και οικονομικής πρωτοκαθεδρίας τους

Ετυμολογία

επείσακτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπείσακτοςεπείσακτηεπείσακτο
Γενικήεπείσακτουεπείσακτηςεπείσακτου
Αιτιατικήεπείσακτοεπείσακτηεπείσακτο
Κλητικήεπείσακτεεπείσακτηεπείσακτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπείσακτοιεπείσακτεςεπείσακτα
Γενικήεπείσακτωνεπείσακτωνεπείσακτων
Αιτιατικήεπείσακτουςεπείσακτεςεπείσακτα
Κλητικήεπείσακτοιεπείσακτεςεπείσακτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →