Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐπενεργῶν

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ※ [καθαρεύουσα] Ἡ δὲ τοιαύτη τῶν ἄλλων περιφρόνησις, ἐπενεργοῦσα εἰς τὴν ἰδικήν μου περὶ ἐμαυτοῦ ἐκτίμησιν, δὲν ὑπεβοήθη βεβαίως τὴν ἀνάπτυξιν ἡρωικῶν διαθέσεων. Βικιλεξικό
    • Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας, κεφάλαιο Β΄, 1879

Ετυμολογία

Άλλοι τύποι

ἐπενεργοῦνἐπενεργοῦσαἐπενεργῶν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →