επεξήγηση
•
- η ενέργεια του επεξηγώ, η παροχή πρόσθετων πληροφοριών και εξηγήσεων που διευκρινίζουν τη σημασία μιας φράσης δυσνόητης ή ασαφούς Βικιλεξικό
- γραμματικήομοιόπτωτος προσδιορισμός που ακολουθεί το προσδιοριζόμενο και το επεξηγεί· μπορεί να εισάγεται με το δηλαδή, καθώς επίσης να είναι δευτερεύουσα πρόταση Βικιλεξικό
- στη φράση "ο βασιλιάς της Μακεδονίας, ο Αλέξανδρος" το ουσιαστικό Αλέξανδρος αποτελεί επεξήγηση στην ονοματική φράση "ο βασιλιάς της Μακεδονίας".
- στη φράση "ένα μόνο σου ζήτησα, να προσέχεις" η δευτερεύουσα πρόταση "να προσέχεις" αποτελεί επεξήγηση στη λέξη "ένα".
Ετυμολογία
επεξήγηση < επεξηγώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επεξήγηση | επεξηγήσεις |
| Γενική | επεξήγησης | επεξηγήσεων |
| Αιτιατική | επεξήγηση | επεξηγήσεις |
| Κλητική | επεξήγηση | επεξηγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →