Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επεξήγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του επεξηγώ, η παροχή πρόσθετων πληροφοριών και εξηγήσεων που διευκρινίζουν τη σημασία μιας φράσης δυσνόητης ή ασαφούς Βικιλεξικό
  2. γραμματικήομοιόπτωτος προσδιορισμός που ακολουθεί το προσδιοριζόμενο και το επεξηγεί· μπορεί να εισάγεται με το δηλαδή, καθώς επίσης να είναι δευτερεύουσα πρόταση Βικιλεξικό
    • στη φράση "ο βασιλιάς της Μακεδονίας, ο Αλέξανδρος" το ουσιαστικό Αλέξανδρος αποτελεί επεξήγηση στην ονοματική φράση "ο βασιλιάς της Μακεδονίας".
    • στη φράση "ένα μόνο σου ζήτησα, να προσέχεις" η δευτερεύουσα πρόταση "να προσέχεις" αποτελεί επεξήγηση στη λέξη "ένα".

Ετυμολογία

επεξήγηση < επεξηγώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπεξήγησηεπεξηγήσεις
Γενικήεπεξήγησηςεπεξηγήσεων
Αιτιατικήεπεξήγησηεπεξηγήσεις
Κλητικήεπεξήγησηεπεξηγήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →