επιβάλλομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος επιβάλλω Βικιλεξικό
- Τη νύχτα είχε επιβληθεί ο συσκοτισμός των σπιτιών και των καταστημάτων (Γεώργιος Δ. Χρηστάκης, Επαρχία Βιάννου, 1940-1945: το ολοκαύτωμα του 1943, 2000, σελ. 30)
- διαθέτω ορισμένες εξαιρετικές ιδιότητες με αποτέλεσμα να ξεχωρίζω και να προκαλώ υπερβολικά έντονο θαυμασμό, εντύπωση Βικιλεξικό
- Το κτίριο που επιβάλλεται με τον όγκο του
- αναγνωρίζεται ο ρόλος μου ως ηγετικός, πρωταρχικός, καθοριστικός σε κάτι, ιδίως σε ορισμένη διαδικασία Βικιλεξικό
- Aν και νέος, επιβλήθηκε στην πολιτική ζωή του τόπου και σε μικρή ηλικία έγινε πρωθυπουργός
- νικώ σε αγώνα Βικιλεξικό
- H εθνική ομάδα ποδοσφαίρου επιβλήθηκε στην αντίστοιχη της Iταλίας
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
επιβεβλημένοςεπιβλήθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →