Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιβάλλον

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοτο να μπορεί να επιβληθεί κάποιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιβάλλον < αρχαία ελληνική ἐπιβάλλον, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἐπιβάλλω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική imposant)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιβάλλον—
Γενικήεπιβάλλοντος—
Αιτιατικήεπιβάλλον—
Κλητικήεπιβάλλον—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →