επιβατηγό
•
- αυτοκίνητο, συνήθως ιδιωτικής χρήσεως, κατάλληλο για τη μεταφορά επιβατών Βικιλεξικό
- που έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει επιβάτες Βικιλεξικό
- επιβατηγό-οχηματαγωγό (εννοείται: πλοίο)
Ετυμολογία
επιβατηγό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου επιβατηγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβατηγό | επιβατηγά |
| Γενική | επιβατηγού | επιβατηγών |
| Αιτιατική | επιβατηγό | επιβατηγά |
| Κλητική | επιβατηγό | επιβατηγά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →