επιβιώσας
•
- λόγιοπου επιβίωσε παρά τις αντίξοες συνθήκες Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν ηττήθηκε ή δεν βγήκε χαμένος, άφραγκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβιώσας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιβιώσας, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος ἐπιβιόω-ῶ < ἐπί (επι-) + βιόω-ῶ < βίος
Άλλοι τύποι
επιβιωσάντωνεπιβιωσάσηςεπιβιωσασώνεπιβιώσανεπιβιώσανταεπιβιώσανταςεπιβιώσαντεςεπιβιώσαντοςεπιβιώσαςεπιβιώσασαεπιβιώσασαςεπιβιώσασες
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →