επιβλητικότητα
•
- η ιδιότητα του επιβλητικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβλητικότητα < καθαρεύουσα ἐπιβλητικ(ότης) + -ότητα < επιβλητικ(ός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιβλητικότητα | επιβλητικότητες |
| Γενική | επιβλητικότητας | επιβλητικοτήτων |
| Αιτιατική | επιβλητικότητα | επιβλητικότητες |
| Κλητική | επιβλητικότητα | επιβλητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →