επιβουλεύομαι
•
- σχεδιάζω κρυφά κάτι κακό ή εχθρικές ενέργειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβουλεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιβουλεύω (συνωμοτώ, είμαι αντικείμενα επιβουλής), κατά τη μέση φωνή του ρήματος βουλεύομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + βουλεύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιβουλεύομαι | επιβουλεύεσαι | επιβουλεύεται | επιβουλευόμαστε | επιβουλεύεστε | επιβουλεύονται |
| Παρατατικός | επιβουλευόμουν / επιβουλευόμουνα | επιβουλευόσουν / επιβουλευόσουνα | επιβουλευόταν / επιβουλευότανε | επιβουλευόμασταν / επιβουλευόμαστε | επιβουλευόσασταν / επιβουλευόσαστε | επιβουλευόντουσαν / επιβουλεύονταν |
| Αόριστος | επιβουλεύτηκα | επιβουλεύτηκες | επιβουλεύτηκε | επιβουλευτήκαμε | επιβουλευτήκατε | επιβουλευτήκαν / επιβουλευτήκανε / επιβουλεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα επιβουλευτώ / θα επιβουλεύομαι | θα επιβουλευτείς / θα επιβουλεύεσαι | θα επιβουλευτεί / θα επιβουλεύεται | θα επιβουλευτούμε / θα επιβουλευόμαστε | θα επιβουλευτείτε / θα επιβουλεύεστε | θα επιβουλευτούν / θα επιβουλευτούνε / θα επιβουλεύονται |
| Παρακείμενος | έχω επιβουλευτεί | έχεις επιβουλευτεί | έχει επιβουλευτεί | έχουμε επιβουλευτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιβουλευτεί | είχες επιβουλευτεί | είχε επιβουλευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιβουλευτεί / να επιβουλευτώ / να επιβουλεύομαι | να έχεις επιβουλευτεί / να επιβουλευτείς / να επιβουλεύεσαι | να έχει επιβουλευτεί / να επιβουλευτεί / να επιβουλεύεται | να έχουμε επιβουλευτεί / να επιβουλευτούμε / να επιβουλευόμαστε | να επιβουλευτείτε / να επιβουλεύεστε | να επιβουλευτούν / να επιβουλευτούνε / να επιβουλεύονται |
| Προστακτική | — | επιβουλεύσου | — | — | επιβουλευτείτε / επιβουλεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →