Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιγραμματικά

/e.pi.ɣɾa.ma.tiˈka/επίρρημα
•
  1. με επιγραμματικό τρόπο, με συντομία, με πυκνότητα ύφους Βικιλεξικό
    • «Καταρχάς, δεν ξέρω να λέω ψέμματα! Για να 'μαι πιο ακριβής, προτιμώ να φτιάχνω μύθους ως ανυστερόβουλος καλλιτέχνης παρά σαν υστερόβουλος πολιτικάντης!» εξήγησε επιγραμματικά. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

επιγραμματικά < επιγραμματικ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →