Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιγραμματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το επίγραμμα Βικιλεξικό
  2. για διατύπωσηπου είναι σύντομος, περιεκτικός και εύστοχος (όπως τα επιγράμματα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιγραμματικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιγραμματικόςεπιγραμματικήεπιγραμματικό
Γενικήεπιγραμματικούεπιγραμματικήςεπιγραμματικού
Αιτιατικήεπιγραμματικόεπιγραμματικήεπιγραμματικό
Κλητικήεπιγραμματικέεπιγραμματικήεπιγραμματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιγραμματικοίεπιγραμματικέςεπιγραμματικά
Γενικήεπιγραμματικώνεπιγραμματικώνεπιγραμματικών
Αιτιατικήεπιγραμματικούςεπιγραμματικέςεπιγραμματικά
Κλητικήεπιγραμματικοίεπιγραμματικέςεπιγραμματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →