επιγραφική
•
- φιλολογίαη μελέτη των αρχαίων επιγραφών με επιστημονικό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιγραφική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου επιγραφικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική épigraphie. Μορφολογικά αναλύεται σε επι- + γραφική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιγραφική | — |
| Γενική | επιγραφικής | — |
| Αιτιατική | επιγραφική | — |
| Κλητική | επιγραφική | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →