Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιδημιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την επιδημιολογία ή τον επιδημιολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • επιδημιολογικά στοιχεία, επιδημιολογική έρευνα

Ετυμολογία

επιδημιολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: épidémiologique < épidémiologie < αρχαία ελληνική ἐπιδημία + λέγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιδημιολογικόςεπιδημιολογικήεπιδημιολογικό
Γενικήεπιδημιολογικούεπιδημιολογικήςεπιδημιολογικού
Αιτιατικήεπιδημιολογικόεπιδημιολογικήεπιδημιολογικό
Κλητικήεπιδημιολογικέεπιδημιολογικήεπιδημιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιδημιολογικοίεπιδημιολογικέςεπιδημιολογικά
Γενικήεπιδημιολογικώνεπιδημιολογικώνεπιδημιολογικών
Αιτιατικήεπιδημιολογικούςεπιδημιολογικέςεπιδημιολογικά
Κλητικήεπιδημιολογικοίεπιδημιολογικέςεπιδημιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →