επιδοτικός
•
- γραμματικήπου παρουσιάζει το δεύτερο σκέλος ως σημαντικότερο ή εντονότερο από το πρώτο Βικιλεξικό
- γραμματικήπου προσδίδει έμφαση σε λέξη, φράση ή πρόταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδοτικός < αρχαία ελληνική ἐπιδοτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδοτικός | επιδοτική | επιδοτικό |
| Γενική | επιδοτικού | επιδοτικής | επιδοτικού |
| Αιτιατική | επιδοτικό | επιδοτική | επιδοτικό |
| Κλητική | επιδοτικέ | επιδοτική | επιδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδοτικοί | επιδοτικές | επιδοτικά |
| Γενική | επιδοτικών | επιδοτικών | επιδοτικών |
| Αιτιατική | επιδοτικούς | επιδοτικές | επιδοτικά |
| Κλητική | επιδοτικοί | επιδοτικές | επιδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →