επιδραστής
•
- νεολογισμόςπρόσωπο που αξιοποιεί τη δημοφιλία και την παρουσία του στα ψηφιακά μέσα και τα κοινωνικά δίκτυα, για να διαμορφώνει στάσεις, απόψεις ή καταναλωτικές επιλογές σε μεγάλο τμήμα του διαδικτυακού κοινού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδραστής < επιδρώ + -τής (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική influencer)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδραστής | επιδραστές |
| Γενική | επιδραστή | επιδραστών |
| Αιτιατική | επιδραστή | επιδραστές |
| Κλητική | επιδραστή | επιδραστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →