επιζήλως
•
- παρωχημένομε επίζηλο τρόπο, ζηλευτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιζήλως < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπιζήλως < αρχαία ελληνική ἐπίζηλος. Συγχρονικά αναλύεται σε επίζηλ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →