επιθέτω
•
- λόγιοακουμπώ, βάζω κάτι πάνω σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
- γραμματικήβάζω επίθημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιθέτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπι(τίθημι) + θέτω, κατά προσαρμογή στην δημοτική. Μορφολογικά αναλύεται σε επι- + θέτω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιθέτω | επιθέτεις | επιθέτει | επιθέτουμε | επιθέτετε | επιθέτουν / επιθέτουνε |
| Παρατατικός | επέθετα | επέθετες | επέθετε | επιθέταμε | επιθέτατε | επέθεταν / επιθέταν / επιθέτανε |
| Αόριστος | επέθεσα | επέθεσες | επέθεσε | επιθέσαμε | επιθέσατε | επέθεσαν / επιθέσαν / επιθέσανε |
| Μέλλοντας | θα επιθέσω / θα επιθέτω | θα επιθέσεις / θα επιθέτεις | θα επιθέσει / θα επιθέτει | θα επιθέσουμε / θα επιθέτουμε | θα επιθέσετε / θα επιθέτετε | θα επιθέσουν / θα επιθέσουνε / θα επιθέτουν / θα επιθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιθέσει | έχεις επιθέσει | έχει επιθέσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιθέσει | είχες επιθέσει | είχε επιθέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιθέσει / να επιθέσω / να επιθέτω | να έχεις επιθέσει / να επιθέσεις / να επιθέτεις | να έχει επιθέσει / να επιθέσει / να επιθέτει | να επιθέσουμε / να επιθέτουμε | να επιθέσετε / να επιθέτετε | να επιθέσουν / να επιθέσουνε / να επιθέτουν / να επιθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε επιτεθειμένο / επίθεσε / επίθετε | — | — | επιθέστε / επιθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →