Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιθηλιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με το επιθήλιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιθηλιακός < επιθήλιο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιθηλιακόςεπιθηλιακήεπιθηλιακό
Γενικήεπιθηλιακούεπιθηλιακήςεπιθηλιακού
Αιτιατικήεπιθηλιακόεπιθηλιακήεπιθηλιακό
Κλητικήεπιθηλιακέεπιθηλιακήεπιθηλιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιθηλιακοίεπιθηλιακέςεπιθηλιακά
Γενικήεπιθηλιακώνεπιθηλιακώνεπιθηλιακών
Αιτιατικήεπιθηλιακούςεπιθηλιακέςεπιθηλιακά
Κλητικήεπιθηλιακοίεπιθηλιακέςεπιθηλιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →