επικάρπιο
•
- βοτανικήτο μεμβρανώδες περίβλημα του περικάρπιου Βικιλεξικό
- ανατομίατο τμήμα του χεριού λίγο πάνω από τον καρπό Βικιλεξικό
- Σε «αιμορροϊκό σοκ από τραύμα στο δεξιό επικάρπιο», όπως μνημονεύεται στην ιατροδικαστική έκθεση, αποδίδεται ο θάνατος του 20χρονου σπουδαστή. (*)
Ετυμολογία
επικάρπιο < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐπικάρπιος < ἐπί + καρπός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επικάρπιο | επικάρπια |
| Γενική | επικάρπιου / επικαρπίου | επικάρπιων / επικαρπίων |
| Αιτιατική | επικάρπιο | επικάρπια |
| Κλητική | επικάρπιο | επικάρπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →