επικήρυξη
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επικηρύσσω Βικιλεξικό
- επίσημη δημόσια ανακοίνωση με την οποία υπόσχεται το κράτος ή άλλη αρχή χρηματική ή άλλη αμοιβή σε όποιον παράσχει πληροφορίες ή βοηθήσει στην σύλληψη επικίνδυνου καταζητούμενου προσώπου· συνεκδοχικά και η ίδια η αμοιβή Βικιλεξικό
- 1971 Χριστόφορος Χρηστίδης, Χρόνια Κατοχῆς, 1941-1944: μαρτυρίες ἡμερολογίου, σελ. 330
- 1990 Ἡ Φύσις: Δελτίον Ἑλληνικῆς Ἑταιρίας Προστασίας τῆς Φύσεως, σελ. 10
Ετυμολογία
επικήρυξη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπικήρυξις (-σις > -ση) ελληνιστική κοινή ἐπικήρυξις (διακήρυξη, αναγγελία αμοιβής) < αρχαία ελληνική ἐπικηρύσσω. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + κήρυξη.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επικήρυξη | επικηρύξεις |
| Γενική | επικήρυξης | επικηρύξεων |
| Αιτιατική | επικήρυξη | επικηρύξεις |
| Κλητική | επικήρυξη | επικηρύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →