Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικαιροποιώ

/e.pi.ce.ɾo.piˈo/ρήμα
•
  1. κάνω κάτι σύγχρονο και λειτουργικό με βάση τις τρέχουσες συνθήκες Βικιλεξικό
    • Αναλυτικότερα, όσοι έχουν εκδώσει και χρησιμοποιούν κωδικούς Taxisnet «οφείλουν να επικαιροποιούν στην ψηφιακή πύλη myAADE τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους, ήτοι τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) και τα τηλέφωνα τους (Κινητό και Σταθερό τηλέφωνο)».

Ετυμολογία

επικαιροποιώ < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική actualiser. Μορφολογικά αναλύεται σε επίκαιρος + -ποιώ.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπικαιροποιώεπικαιροποιείςεπικαιροποιείεπικαιροποιούμεεπικαιροποιείτεεπικαιροποιούν / επικαιροποιούνε
Παρατατικόςεπικαιροποιούσαεπικαιροποιούσεςεπικαιροποιούσεεπικαιροποιούσαμεεπικαιροποιούσατεεπικαιροποιούσαν / επικαιροποιούσανε
Αόριστοςεπικαιροποίησαεπικαιροποίησεςεπικαιροποίησεεπικαιροποιήσαμεεπικαιροποιήσατεεπικαιροποίησαν / επικαιροποιήσαν / επικαιροποιήσανε
Μέλλονταςθα επικαιροποιήσω / θα επικαιροποιώθα επικαιροποιήσεις / θα επικαιροποιείςθα επικαιροποιήσει / θα επικαιροποιείθα επικαιροποιήσουμε / θα επικαιροποιούμεθα επικαιροποιήσετε / θα επικαιροποιείτεθα επικαιροποιήσουν / θα επικαιροποιήσουνε / θα επικαιροποιούν / θα επικαιροποιούνε
Παρακείμενοςέχω επικαιροποιήσειέχεις επικαιροποιήσειέχει επικαιροποιήσειέχουμε επικαιροποιήσειέχετε επικαιροποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επικαιροποιήσειείχες επικαιροποιήσειείχε επικαιροποιήσειείχαμε επικαιροποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσω / να επικαιροποιώνα έχεις επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσεις / να επικαιροποιείςνα έχει επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσει / να επικαιροποιείνα έχουμε επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσουμε / να επικαιροποιούμενα έχετε επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσετε / να επικαιροποιείτενα επικαιροποιήσουν / να επικαιροποιήσουνε / να επικαιροποιούν / να επικαιροποιούνε
Προστακτική—επικαιροποίει / επικαιροποίησε——επικαιροποιήστε / επικαιροποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →