επικαιροποιώ
•
- κάνω κάτι σύγχρονο και λειτουργικό με βάση τις τρέχουσες συνθήκες Βικιλεξικό
- Αναλυτικότερα, όσοι έχουν εκδώσει και χρησιμοποιούν κωδικούς Taxisnet «οφείλουν να επικαιροποιούν στην ψηφιακή πύλη myAADE τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους, ήτοι τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) και τα τηλέφωνα τους (Κινητό και Σταθερό τηλέφωνο)».
Ετυμολογία
επικαιροποιώ < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική actualiser. Μορφολογικά αναλύεται σε επίκαιρος + -ποιώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικαιροποιώ | επικαιροποιείς | επικαιροποιεί | επικαιροποιούμε | επικαιροποιείτε | επικαιροποιούν / επικαιροποιούνε |
| Παρατατικός | επικαιροποιούσα | επικαιροποιούσες | επικαιροποιούσε | επικαιροποιούσαμε | επικαιροποιούσατε | επικαιροποιούσαν / επικαιροποιούσανε |
| Αόριστος | επικαιροποίησα | επικαιροποίησες | επικαιροποίησε | επικαιροποιήσαμε | επικαιροποιήσατε | επικαιροποίησαν / επικαιροποιήσαν / επικαιροποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα επικαιροποιήσω / θα επικαιροποιώ | θα επικαιροποιήσεις / θα επικαιροποιείς | θα επικαιροποιήσει / θα επικαιροποιεί | θα επικαιροποιήσουμε / θα επικαιροποιούμε | θα επικαιροποιήσετε / θα επικαιροποιείτε | θα επικαιροποιήσουν / θα επικαιροποιήσουνε / θα επικαιροποιούν / θα επικαιροποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω επικαιροποιήσει | έχεις επικαιροποιήσει | έχει επικαιροποιήσει | έχουμε επικαιροποιήσει | έχετε επικαιροποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικαιροποιήσει | είχες επικαιροποιήσει | είχε επικαιροποιήσει | είχαμε επικαιροποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσω / να επικαιροποιώ | να έχεις επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσεις / να επικαιροποιείς | να έχει επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσει / να επικαιροποιεί | να έχουμε επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσουμε / να επικαιροποιούμε | να έχετε επικαιροποιήσει / να επικαιροποιήσετε / να επικαιροποιείτε | να επικαιροποιήσουν / να επικαιροποιήσουνε / να επικαιροποιούν / να επικαιροποιούνε |
| Προστακτική | — | επικαιροποίει / επικαιροποίησε | — | — | επικαιροποιήστε / επικαιροποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →