επικαλούμαι
•
- + αιτιατικήαναφέρω κάτι με κάποιον σκοπό (βοήθεια) Βικιλεξικό
- μεταφορικάχρησιμοποιώ ως επιχείρημα Βικιλεξικό
- Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
- Καὶ ὅτι γῆρας δι’ ὑμᾶς, ᾀειθαλεῖς μου ἀναγνώστριαι, δὲν ὑφίσταται, ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας ἀξιοπίστους πάσας τῆς ὑφηλίου τὰς… γυναῖκας! (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
- σπάνιοεπονομάζομαι Βικιλεξικό
- ιδίως στη μετοχή επικαλούμενος
Ετυμολογία
επικαλούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπικαλοῦμαι, συνηρημένος τύπος του ἐπικαλέομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + καλούμαι.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικαλούμαι | επικαλείσαι | επικαλείται | επικαλούμαστε | επικαλείστε | επικαλούνται |
| Παρατατικός | επικαλούμουν | επικαλούσουν | επικαλούνταν | επικαλούμασταν / επικαλούμαστε | επικαλούσασταν / επικαλούσαστε | επικαλούνταν |
| Αόριστος | επικαλέστηκα | επικαλέστηκες | επικαλέστηκε | επικαλεστήκαμε | επικαλεστήκατε | επικαλέστηκαν / επικαλεστήκαν / επικαλεστήκανε |
| Μέλλοντας | θα επικαλεστώ / θα επικαλούμαι | θα επικαλείσαι / θα επικαλεστείς | θα επικαλείται / θα επικαλεστεί | θα επικαλεστούμε / θα επικαλούμαστε | θα επικαλείστε / θα επικαλεστείτε | θα επικαλεστούν / θα επικαλεστούνε / θα επικαλούνται |
| Παρακείμενος | έχω επικαλεστεί | έχεις επικαλεστεί | έχει επικαλεστεί | έχουμε επικαλεστεί | έχετε επικαλεστεί | έχουν επικαλεστεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικαλεστεί | είχες επικαλεστεί | είχε επικαλεστεί | είχαμε επικαλεστεί | είχατε επικαλεστεί | είχαν επικαλεστεί |
| Υποτακτική | να έχω επικαλεστεί / να επικαλεστώ / να επικαλούμαι | να έχεις επικαλεστεί / να επικαλείσαι / να επικαλεστείς | να έχει επικαλεστεί / να επικαλείται / να επικαλεστεί | να έχουμε επικαλεστεί / να επικαλεστούμε / να επικαλούμαστε | να έχετε επικαλεστεί / να επικαλείστε / να επικαλεστείτε | να έχουν επικαλεστεί / να επικαλεστούν / να επικαλεστούνε / να επικαλούνται |
| Προστακτική | — | — | — | — | επικαλείστε / επικαλεστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →