επικεντρώνω
•
- βάζω κάτι στο επίκεντρο (της προσοχής, του ενδιαφέροντος κ.λπ.) Βικιλεξικό
- σπάνιοεντοπίζω το κέντρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικεντρώνω < επίκεντρ(ο) + -ώνω. Συγκρίνετε με την ελληνιστική ἐπικεντροῦμαι (κατέχω καίριο σημείο).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικεντρώνω | επικεντρώνεις | επικεντρώνει | επικεντρώνουμε | επικεντρώνετε | επικεντρώνουν / επικεντρώνουνε |
| Παρατατικός | επικέντρωνα | επικέντρωνες | επικέντρωνε | επικεντρώναμε | επικεντρώνατε | επικέντρωναν / επικεντρώναν / επικεντρώνανε |
| Αόριστος | επικέντρωσα | επικέντρωσες | επικέντρωσε | επικεντρώσαμε | επικεντρώσατε | επικέντρωσαν / επικεντρώσαν / επικεντρώσανε |
| Μέλλοντας | θα επικεντρώνω / θα επικεντρώσω | θα επικεντρώνεις / θα επικεντρώσεις | θα επικεντρώνει / θα επικεντρώσει | θα επικεντρώνουμε / θα επικεντρώσουμε | θα επικεντρώνετε / θα επικεντρώσετε | θα επικεντρώνουν / θα επικεντρώνουνε / θα επικεντρώσουν / θα επικεντρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επικεντρώσει | έχεις επικεντρώσει | έχει επικεντρώσει | έχουμε επικεντρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικεντρώσει | είχες επικεντρώσει | είχε επικεντρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επικεντρώσει / να επικεντρώνω / να επικεντρώσω | να έχεις επικεντρώσει / να επικεντρώνεις / να επικεντρώσεις | να έχει επικεντρώσει / να επικεντρώνει / να επικεντρώσει | να έχουμε επικεντρώσει / να επικεντρώνουμε / να επικεντρώσουμε | να επικεντρώνετε / να επικεντρώσετε | να επικεντρώνουν / να επικεντρώνουνε / να επικεντρώσουν / να επικεντρώσουνε |
| Προστακτική | — | επικέντρωνε / επικέντρωσε | — | — | επικεντρώνετε / επικεντρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επικεντρώθηκαεπικεντρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →