Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικοινωνιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην επικοινωνία Βικιλεξικό
    • επικοινωνιακή πολιτική
  2. που έχει το χάρισμα να έχει καλή επικοινωνία με τους άλλους Βικιλεξικό
    • επικοινωνιακός άνθρωπος

Ετυμολογία

επικοινωνιακός < επικοινωνία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικοινωνιακόςεπικοινωνιακήεπικοινωνιακό
Γενικήεπικοινωνιακούεπικοινωνιακήςεπικοινωνιακού
Αιτιατικήεπικοινωνιακόεπικοινωνιακήεπικοινωνιακό
Κλητικήεπικοινωνιακέεπικοινωνιακήεπικοινωνιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικοινωνιακοίεπικοινωνιακέςεπικοινωνιακά
Γενικήεπικοινωνιακώνεπικοινωνιακώνεπικοινωνιακών
Αιτιατικήεπικοινωνιακούςεπικοινωνιακέςεπικοινωνιακά
Κλητικήεπικοινωνιακοίεπικοινωνιακέςεπικοινωνιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →