Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικοινωνιολόγος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο αρμόδιος για το σχεδιασμό και την εκτέλεση στρατηγικών, με στόχο την προβολή και ανάδειξη προσώπων, κομμάτων, πολιτικών κ.ά. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επικοινωνιολόγος < επικοινωνί(α): επι- κοινωνί(α) + -ο- + -λόγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπικοινωνιολόγοςεπικοινωνιολόγοι
Γενικήεπικοινωνιολόγουεπικοινωνιολόγων
Αιτιατικήεπικοινωνιολόγοεπικοινωνιολόγους
Κλητικήεπικοινωνιολόγεεπικοινωνιολόγοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →