επικολλώ
•
- κολλάω κάτι επίπεδο πάνω σε κάποια επιφάνεια Βικιλεξικό
- πληροφορικήβάζω τα δεδομένα που υπάρχουν στο πρόχειρο μέσα στο τρέχον αντικείμενο ή πρόγραμμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικολλώ < επι- + κολλώ
Άλλοι τύποι
επικολλώμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →