επικολλώμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος επικολλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικολλώμαι | — | — | επικολλώμεθα | επικολλάσθε | επικολλώνται |
| Παρατατικός | — | — | — | — | — | επικολλόνταν / επικολλόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | επικολληθήκαν / επικολληθήκανε |
| Μέλλοντας | θα επικολληθώ / θα επικολλώμαι | θα επικολληθείς | θα επικολληθεί | θα επικολληθούμε / θα επικολλώμεθα | θα επικολλάσθε / θα επικολληθείτε | θα επικολληθούν / θα επικολληθούνε / θα επικολλώνται |
| Παρακείμενος | έχω επικολληθεί | έχεις επικολληθεί | έχει επικολληθεί | έχουμε επικολληθεί | έχετε επικολληθεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικολληθεί | είχες επικολληθεί | είχε επικολληθεί | είχαμε επικολληθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επικολληθεί / να επικολληθώ / να επικολλώμαι | να έχεις επικολληθεί / να επικολληθείς | να έχει επικολληθεί / να επικολληθεί | να έχουμε επικολληθεί / να επικολληθούμε / να επικολλώμεθα | να έχετε επικολληθεί / να επικολλάσθε / να επικολληθείτε | να επικολληθούν / να επικολληθούνε / να επικολλώνται |
| Προστακτική | — | επικολλήσου | — | — | επικολλάσθε / επικολληθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | — | επικολλάσαι | επικολλάται | επικολλόμαστε | επικολλάστε | — |
| Παρατατικός | επικολλόμουν | επικολλόσουν | επικολλόταν | επικολλόμασταν | επικολλόσασταν | — |
| Αόριστος | επικολλήθηκα | επικολλήθηκες | επικολλήθηκε | επικολληθήκαμε | επικολληθήκατε | επικολλήθηκαν |
| Μέλλοντας | — | θα επικολλάσαι | θα επικολλάται | θα επικολλόμαστε | θα επικολλάστε | — |
| Υποτακτική | — | να επικολλάσαι | να επικολλάται | να επικολλόμαστε | να επικολλάστε | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | επικολλάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →