επικονιασμός
•
- βοτανικήη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικονιάζω: συνώνυμο του επικονίαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικονιασμός < επικονιάζω, επικονιασ- + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επικονιασμός | επικονιασμοί |
| Γενική | επικονιασμού | επικονιασμών |
| Αιτιατική | επικονιασμό | επικονιασμούς |
| Κλητική | επικονιασμέ | επικονιασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →