Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικυρώνω

ρήμα
•
  1. πιστοποιώ την εγκυρότητα κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάνω τις κατάλληλες ενέργειες, σφραγίζω ή υπογράφω, που χρειάζονται ώστε να είναι κάποιο έγγραφο έγκυρο Βικιλεξικό
  3. προσδίδω κύρος σε κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επικυρώνω < αρχαία ελληνική ἐπικυρόω/ἐπικυρῶ < ἐπι- + κυρῶ < κῦρος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπικυρώνωεπικυρώνειςεπικυρώνειεπικυρώνουμεεπικυρώνετεεπικυρώνουν / επικυρώνουνε
Παρατατικόςεπικύρωναεπικύρωνεςεπικύρωνεεπικυρώναμεεπικυρώνατεεπικυρώναν / επικυρώνανε / επικύρωναν
Αόριστοςεπικύρωσαεπικύρωσεςεπικύρωσεεπικυρώσαμεεπικυρώσατεεπικυρώσαν / επικυρώσανε / επικύρωσαν
Μέλλονταςθα επικυρώνω / θα επικυρώσωθα επικυρώνεις / θα επικυρώσειςθα επικυρώνει / θα επικυρώσειθα επικυρώνουμε / θα επικυρώσουμεθα επικυρώνετε / θα επικυρώσετεθα επικυρώνουν / θα επικυρώνουνε / θα επικυρώσουν / θα επικυρώσουνε
Παρακείμενοςέχω επικυρώσειέχεις επικυρώσειέχει επικυρώσειέχουμε επικυρώσειέχετε επικυρώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επικυρώσειείχες επικυρώσειείχε επικυρώσειείχαμε επικυρώσει——
Υποτακτικήνα έχω επικυρώσει / να επικυρώνω / να επικυρώσωνα έχεις επικυρώσει / να επικυρώνεις / να επικυρώσειςνα έχει επικυρώσει / να επικυρώνει / να επικυρώσεινα έχουμε επικυρώσει / να επικυρώνουμε / να επικυρώσουμενα έχετε επικυρώσει / να επικυρώνετε / να επικυρώσετενα επικυρώνουν / να επικυρώνουνε / να επικυρώσουν / να επικυρώσουνε
Προστακτική—επικύρωνε / επικύρωσε——επικυρώνετε / επικυρώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →