επικυρώνω
•
- πιστοποιώ την εγκυρότητα κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάνω τις κατάλληλες ενέργειες, σφραγίζω ή υπογράφω, που χρειάζονται ώστε να είναι κάποιο έγγραφο έγκυρο Βικιλεξικό
- προσδίδω κύρος σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικυρώνω < αρχαία ελληνική ἐπικυρόω/ἐπικυρῶ < ἐπι- + κυρῶ < κῦρος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικυρώνω | επικυρώνεις | επικυρώνει | επικυρώνουμε | επικυρώνετε | επικυρώνουν / επικυρώνουνε |
| Παρατατικός | επικύρωνα | επικύρωνες | επικύρωνε | επικυρώναμε | επικυρώνατε | επικυρώναν / επικυρώνανε / επικύρωναν |
| Αόριστος | επικύρωσα | επικύρωσες | επικύρωσε | επικυρώσαμε | επικυρώσατε | επικυρώσαν / επικυρώσανε / επικύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα επικυρώνω / θα επικυρώσω | θα επικυρώνεις / θα επικυρώσεις | θα επικυρώνει / θα επικυρώσει | θα επικυρώνουμε / θα επικυρώσουμε | θα επικυρώνετε / θα επικυρώσετε | θα επικυρώνουν / θα επικυρώνουνε / θα επικυρώσουν / θα επικυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επικυρώσει | έχεις επικυρώσει | έχει επικυρώσει | έχουμε επικυρώσει | έχετε επικυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικυρώσει | είχες επικυρώσει | είχε επικυρώσει | είχαμε επικυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επικυρώσει / να επικυρώνω / να επικυρώσω | να έχεις επικυρώσει / να επικυρώνεις / να επικυρώσεις | να έχει επικυρώσει / να επικυρώνει / να επικυρώσει | να έχουμε επικυρώσει / να επικυρώνουμε / να επικυρώσουμε | να έχετε επικυρώσει / να επικυρώνετε / να επικυρώσετε | να επικυρώνουν / να επικυρώνουνε / να επικυρώσουν / να επικυρώσουνε |
| Προστακτική | — | επικύρωνε / επικύρωσε | — | — | επικυρώνετε / επικυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →