επικύπτω
•
- κάνω επίκυψη Βικιλεξικό
- μεταφορικά"πέφτω πάνω από πρόβλημα" προσπαθώντας ενεργά να το επιλύσω Βικιλεξικό
- μεταφορικάρίχνω όλες τις δυνάμεις μου ή εστιάζω την προσοχή μου πάνω σε Βικιλεξικό
- σκύβω, σκύβω με επίκυψη Βικιλεξικό
- αεροπορικός όροςγια αεροπλάνο που με απότομο ελιγμό στοχεύει εχθρό που βρίσκεται από κάτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →