Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιλαχών

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που είναι επιλαχών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιλαχών: ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής επιλαχών

Άλλοι τύποι

επιλαχούσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

επιλαχών

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που δεν θεωρείται επιτυχών σε μια εκλογή ή διαγωνισμό ή εξέταση για πλήρωση μιας θέσης, η σειρά όμως κατάταξής του είναι αρκετά υψηλή ώστε να του επιτρέπει να καταλάβει αργότερα μια θέση, στην περίπτωση που αυτή μείνει κενή Βικιλεξικό
    • Oκτώ επιλαχόντες βουλευτές πανηγυρίζουν: Οκτώ από τους δεκαέξι εν ενεργεία βουλευτές που κατήλθαν στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, διεκδικώντας το ύπατο αξίωμα, πέτυχαν τον στόχο τους και ως εκ τούτου θα αποχωρήσουν στο τέλος του έτους, παραχωρώντας τις έδρες τους στους επιλαχόντες του κόμματός τους ανά περιφέρεια, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εκλογών του Απριλίου 2000. (εφημερίδα Καθημερινή, 22 Οκτωβρίου 2002)

Ετυμολογία

επιλαχών < αρχαία ελληνική ἐπιλαχών, μετοχή αορίστου β' του ρήματος ἐπιλαγχάνω (διαδέχομαι κάποιον σε ένα αξίωμα)

Άλλοι τύποι

επιλαχούσαεπιλαχόνεπιλαχών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →