Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιλεγόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον επιλέγουν, που επιλέγεται Βικιλεξικό
    • όσοι φοιτητές δεν αλλάζουν επιλεγόμενα μαθήματα δεν χρειάζεται να κάνουν δήλωση
  2. που έχει και δεύτερο όνομα ή δεύτερη ονομασία Βικιλεξικό
    • ο ναός της Κοιμήσεως, ο επιλεγόμενος και "των Ψαριανών"
    • στον θρόνο ανέβηκε ο Λέων ΣΤ', ο επιλεγόμενος Σοφός

Ετυμολογία

επιλεγόμενος < μετοχή ενεστώτα του επιλέγομαι

Άλλοι τύποι

επιλεγόμεναεπιλεγόμενεεπιλεγόμενεςεπιλεγόμενηεπιλεγόμενηςεπιλεγόμενοεπιλεγόμενοιεπιλεγόμενοςεπιλεγόμενουεπιλεγόμενουςεπιλεγόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →