επιλεγόμενος
•
- που τον επιλέγουν, που επιλέγεται Βικιλεξικό
- όσοι φοιτητές δεν αλλάζουν επιλεγόμενα μαθήματα δεν χρειάζεται να κάνουν δήλωση
- που έχει και δεύτερο όνομα ή δεύτερη ονομασία Βικιλεξικό
- ο ναός της Κοιμήσεως, ο επιλεγόμενος και "των Ψαριανών"
- στον θρόνο ανέβηκε ο Λέων ΣΤ', ο επιλεγόμενος Σοφός
Ετυμολογία
επιλεγόμενος < μετοχή ενεστώτα του επιλέγομαι
Άλλοι τύποι
επιλεγόμεναεπιλεγόμενεεπιλεγόμενεςεπιλεγόμενηεπιλεγόμενηςεπιλεγόμενοεπιλεγόμενοιεπιλεγόμενοςεπιλεγόμενουεπιλεγόμενουςεπιλεγόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →