επιλογή
•
- το να αποφασίζει κανείς ότι ένα πράγμα ή πρόσωπο είναι καλύτερο ή πιο κατάλληλο από άλλα για κάτι, το να διαλέγει κανείς κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- η ικανότητα ή δυνατότητα να διαλέξει κανείς κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- ένα από το σύνολο πραγμάτων ή προσώπων από το οποίο μπορεί κανείς να διαλέξει Βικιλεξικό
- κάτι η κάποιος που διαλέχτηκε Βικιλεξικό
- σύνολο επιλεγμένων στοιχείων Βικιλεξικό
- μια επιλογή εκθεμάτων του μουσείου
- μια απόφαση ενός προσώπου για κάτι Βικιλεξικό
- πληροφορικήπροαιρετικός όρος σε εντολή που την εξειδικεύει Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένων, (στο σχεσιακό μοντέλο) μοναδιαίος τελεστής (πράξη) της σχεσιακής άλγεβρας, που λαμβάνει σαν τελεστέο μιά σχέση (πίνακα) και δημιουργεί μία νέα σχέση με τις πλειάδες (γραμμές) που ικανοποιούν μια συνθήκη Βικιλεξικό
- Μπορούμε να θεωρήσουμε την πράξη της επιλογής σαν ένα φίλτρο που κρατά μόνο τις πλειάδες εκείνες που ικανοποιούν την συνθήκη επιλογής.
- μπορούμε να συνδυάσουμε πράξεις επιλογής και προβολής για να διατυπώσουμε πιο περίπλοκα ερωτήματα.
- συμβολισμός: σ_(<συνθήκη επιλογής>)(R), όπου R, η σχέση
- κατακόρυφη επιλογή ή προβολή, τελεστής μετονομασίας
Ετυμολογία
επιλογή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιλογή (διάλεγμα), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sélection ή από την αγγλική selection
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιλογή | επιλογές |
| Γενική | επιλογής | επιλογών |
| Αιτιατική | επιλογή | επιλογές |
| Κλητική | επιλογή | επιλογές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →