Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με επιλογή Βικιλεξικό
    • επιλογικός διακόπτης

Ετυμολογία

επιλογικός < επιλογ(ή) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιλογικόςεπιλογικήεπιλογικό
Γενικήεπιλογικούεπιλογικήςεπιλογικού
Αιτιατικήεπιλογικόεπιλογικήεπιλογικό
Κλητικήεπιλογικέεπιλογικήεπιλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιλογικοίεπιλογικέςεπιλογικά
Γενικήεπιλογικώνεπιλογικώνεπιλογικών
Αιτιατικήεπιλογικούςεπιλογικέςεπιλογικά
Κλητικήεπιλογικοίεπιλογικέςεπιλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →