επιλυτής
•
- πληροφορικήπρόγραμμα που υπολογίζει ή επιλύει ένα πρόβλημα ή ένα σύστημα σύμφωνα με καθορισμένη μέθοδο Βικιλεξικό
- πληροφορικήλογισμικό που μετατρέπει ένα όνομα τομέα (domain name) στην αντίστοιχη διεύθυνση IP Βικιλεξικό
- πρόσωπο που επιλύει πρόβλημα, διαφορά ή ζήτημα, προτείνοντας ή εφαρμόζοντας λύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιλυτής < επιλύω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιλυτής | επιλυτές |
| Γενική | επιλυτή | επιλυτών |
| Αιτιατική | επιλυτή | επιλυτές |
| Κλητική | επιλυτή | επιλυτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →