Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιλύχνιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου γίνεται ή τελείται κατά την ώρα που ανάβουν οι λύχνοι Βικιλεξικό
  2. θρησκείαύμνος, ψαλμός ή ακολουθία που σχετίζεται με την εσπερινή λατρεία και την ώρα της αφής των λύχνων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιλύχνιος < ελληνιστική κοινή ἐπιλύχνιος < αρχαία ελληνική λύχνος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewk-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιλύχνιοςεπιλύχνιαεπιλύχνιο
Γενικήεπιλύχνιουεπιλύχνιαςεπιλύχνιου
Αιτιατικήεπιλύχνιοεπιλύχνιαεπιλύχνιο
Κλητικήεπιλύχνιεεπιλύχνιαεπιλύχνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιλύχνιοιεπιλύχνιεςεπιλύχνια
Γενικήεπιλύχνιωνεπιλύχνιωνεπιλύχνιων
Αιτιατικήεπιλύχνιουςεπιλύχνιεςεπιλύχνια
Κλητικήεπιλύχνιοιεπιλύχνιεςεπιλύχνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →