επιλύχνιος
•
- αρχαιοπρεπέςπου γίνεται ή τελείται κατά την ώρα που ανάβουν οι λύχνοι Βικιλεξικό
- θρησκείαύμνος, ψαλμός ή ακολουθία που σχετίζεται με την εσπερινή λατρεία και την ώρα της αφής των λύχνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιλύχνιος < ελληνιστική κοινή ἐπιλύχνιος < αρχαία ελληνική λύχνος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewk-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιλύχνιος | επιλύχνια | επιλύχνιο |
| Γενική | επιλύχνιου | επιλύχνιας | επιλύχνιου |
| Αιτιατική | επιλύχνιο | επιλύχνια | επιλύχνιο |
| Κλητική | επιλύχνιε | επιλύχνια | επιλύχνιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιλύχνιοι | επιλύχνιες | επιλύχνια |
| Γενική | επιλύχνιων | επιλύχνιων | επιλύχνιων |
| Αιτιατική | επιλύχνιους | επιλύχνιες | επιλύχνια |
| Κλητική | επιλύχνιοι | επιλύχνιες | επιλύχνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →