επιμάνικο
•
- θρησκείαιερό άμφιο από ύφασμα, που περιβάλλει τον καρπό και συγκρατεί το μανίκι του στιχαρίου Βικιλεξικό
- παρωχημένοπροστατευτικό κάλυμμα από ύφασμα, που φοριέται πάνω από το μανίκι, από τον καρπό έως τον αγκώνα, για να προφυλάσσει τα ρούχα από λεκέδες, μελάνια κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμάνικο < μεσαιωνική ελληνική ἐπιμάνικον < μανίκιον < μάνικα < λατινική manica < manus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμάνικο | επιμάνικα |
| Γενική | επιμάνικου | επιμάνικων |
| Αιτιατική | επιμάνικο | επιμάνικα |
| Κλητική | επιμάνικο | επιμάνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →