Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιμηκύνω

/e.pi.miˈci.no/ρήμα
•
  1. αυξάνω το μέγεθος ενός σώματος, το κάνω πιο μακρύ Βικιλεξικό
  2. αυξάνω ένα χρονικό διάστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιμηκύνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιμηκύνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιμηκύνωεπιμηκύνειςεπιμηκύνειεπιμηκύνουμεεπιμηκύνετεεπιμηκύνουν / επιμηκύνουνε
Παρατατικόςεπιμήκυνα / επιμηκυνόμουναεπιμήκυνες / επιμηκυνόσουναεπιμήκυνε / επιμηκυνότανεεπιμηκύναμεεπιμηκύνατεεπιμήκυναν / επιμηκύναν / επιμηκύνανε
Αόριστοςεπιμήκυναεπιμήκυνεςεπιμήκυνεεπιμηκύναμεεπιμηκύνατεεπιμήκυναν / επιμηκύναν / επιμηκύνανε
Μέλλονταςθα επιμηκύνωθα επιμηκύνειςθα επιμηκύνειθα επιμηκύνουμεθα επιμηκύνετεθα επιμηκύνουν / θα επιμηκύνουνε
Παρακείμενοςέχω επιμηκύνειέχεις επιμηκύνειέχει επιμηκύνειέχουμε επιμηκύνειέχετε επιμηκύνειέχουν επιμηκύνει
Υπερσυντέλικοςείχα επιμηκύνειείχες επιμηκύνειείχε επιμηκύνειείχαμε επιμηκύνειείχατε επιμηκύνειείχαν επιμηκύνει
Υποτακτικήνα έχω επιμηκύνει / να επιμηκύνωνα έχεις επιμηκύνει / να επιμηκύνειςνα έχει επιμηκύνει / να επιμηκύνεινα έχουμε επιμηκύνει / να επιμηκύνουμενα έχετε επιμηκύνει / να επιμηκύνετενα έχουν επιμηκύνει / να επιμηκύνουν / να επιμηκύνουνε
Προστακτική—επιμήκυνε / επιμηκύνου——επιμηκύνετε / επιμηκύντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιμηκύνομαιεπιμηκύνεσαιεπιμηκύνεταιεπιμηκυνόμαστε——
Παρατατικόςεπιμηκυνόμουνεπιμηκυνόσουνεπιμηκυνότανεπιμηκυνόμαστε——
Αόριστοςεπιμηκύνθηκα—————
Μέλλονταςθα επιμηκύνομαιθα επιμηκύνεσαιθα επιμηκύνεταιθα επιμηκυνόμαστε——
Υποτακτικήνα επιμηκύνομαινα επιμηκύνεσαινα επιμηκύνεταινα επιμηκυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →