επιμηκύνω
•
- αυξάνω το μέγεθος ενός σώματος, το κάνω πιο μακρύ Βικιλεξικό
- αυξάνω ένα χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμηκύνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιμηκύνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιμηκύνω | επιμηκύνεις | επιμηκύνει | επιμηκύνουμε | επιμηκύνετε | επιμηκύνουν / επιμηκύνουνε |
| Παρατατικός | επιμήκυνα / επιμηκυνόμουνα | επιμήκυνες / επιμηκυνόσουνα | επιμήκυνε / επιμηκυνότανε | επιμηκύναμε | επιμηκύνατε | επιμήκυναν / επιμηκύναν / επιμηκύνανε |
| Αόριστος | επιμήκυνα | επιμήκυνες | επιμήκυνε | επιμηκύναμε | επιμηκύνατε | επιμήκυναν / επιμηκύναν / επιμηκύνανε |
| Μέλλοντας | θα επιμηκύνω | θα επιμηκύνεις | θα επιμηκύνει | θα επιμηκύνουμε | θα επιμηκύνετε | θα επιμηκύνουν / θα επιμηκύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιμηκύνει | έχεις επιμηκύνει | έχει επιμηκύνει | έχουμε επιμηκύνει | έχετε επιμηκύνει | έχουν επιμηκύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιμηκύνει | είχες επιμηκύνει | είχε επιμηκύνει | είχαμε επιμηκύνει | είχατε επιμηκύνει | είχαν επιμηκύνει |
| Υποτακτική | να έχω επιμηκύνει / να επιμηκύνω | να έχεις επιμηκύνει / να επιμηκύνεις | να έχει επιμηκύνει / να επιμηκύνει | να έχουμε επιμηκύνει / να επιμηκύνουμε | να έχετε επιμηκύνει / να επιμηκύνετε | να έχουν επιμηκύνει / να επιμηκύνουν / να επιμηκύνουνε |
| Προστακτική | — | επιμήκυνε / επιμηκύνου | — | — | επιμηκύνετε / επιμηκύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιμηκύνομαι | επιμηκύνεσαι | επιμηκύνεται | επιμηκυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | επιμηκυνόμουν | επιμηκυνόσουν | επιμηκυνόταν | επιμηκυνόμαστε | — | — |
| Αόριστος | επιμηκύνθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα επιμηκύνομαι | θα επιμηκύνεσαι | θα επιμηκύνεται | θα επιμηκυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να επιμηκύνομαι | να επιμηκύνεσαι | να επιμηκύνεται | να επιμηκυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →