Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιμορφωτής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κάποιος που συμβάλλει στην επιμόρφωση, που επιμορφώνει Βικιλεξικό
    • Οι αρμόδιοι φορείς του υπουργείου δυστυχώς δεν ομολογούν ότι η Ένωση Εκπαιδευτικών Εικαστικών Μαθημάτων, εδώ και σαράντα χρόνια, υλοποιεί μια επιμόρφωση που κατά τα άλλα θα ήταν υποχρέωση της ίδιας της Πολιτείας. Σεμινάρια, που αξίζει να σημειωθεί ότι δεν κοστίζουν ούτε μισό ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό, και η πραγματοποίησή τους βασίζεται στο εθελοντικό έργο και τη συλλογική προσφορά των εκπαιδευτικών, των επιμορφωτών και των στελεχών της εκπαίδευσης, με τα έξοδα της διοργάνωσης, της μετακίνησης, της φιλοξενίας των εκπαιδευτικών να βαραίνουν αποκλειστικά τους ίδιους τους συμμετέχοντες και την Ένωση. (www.efsyn.gr, 15.04.2022)

Ετυμολογία

επιμορφωτής < επιμορφώνω + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιμορφωτήςεπιμορφωτές
Γενικήεπιμορφωτήεπιμορφωτών
Αιτιατικήεπιμορφωτήεπιμορφωτές
Κλητικήεπιμορφωτήεπιμορφωτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →