επιμορφώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος επιμορφώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιμορφώνομαι | επιμορφώνεσαι | επιμορφώνεται | επιμορφωνόμαστε | επιμορφώνεστε | επιμορφώνονται |
| Παρατατικός | επιμορφωνόμουν / επιμορφωνόμουνα | επιμορφωνόσουν / επιμορφωνόσουνα | επιμορφωνόταν / επιμορφωνότανε | επιμορφωνόμασταν / επιμορφωνόμαστε | επιμορφωνόσασταν / επιμορφωνόσαστε | επιμορφωνόντουσαν / επιμορφώνονταν |
| Αόριστος | επιμορφώθηκα | επιμορφώθηκες | επιμορφώθηκε | επιμορφωθήκαμε | επιμορφωθήκατε | επιμορφωθήκαν / επιμορφωθήκανε / επιμορφώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα επιμορφωθώ / θα επιμορφώνομαι | θα επιμορφωθείς / θα επιμορφώνεσαι | θα επιμορφωθεί / θα επιμορφώνεται | θα επιμορφωθούμε / θα επιμορφωνόμαστε | θα επιμορφωθείτε / θα επιμορφώνεστε | θα επιμορφωθούν / θα επιμορφωθούνε / θα επιμορφώνονται |
| Παρακείμενος | έχω επιμορφωθεί | έχεις επιμορφωθεί | έχει επιμορφωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιμορφωθεί | είχες επιμορφωθεί | είχε επιμορφωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιμορφωθεί / να επιμορφωθώ / να επιμορφώνομαι | να έχεις επιμορφωθεί / να επιμορφωθείς / να επιμορφώνεσαι | να έχει επιμορφωθεί / να επιμορφωθεί / να επιμορφώνεται | να επιμορφωθούμε / να επιμορφωνόμαστε | να επιμορφωθείτε / να επιμορφώνεστε | να επιμορφωθούν / να επιμορφωθούνε / να επιμορφώνονται |
| Προστακτική | — | επιμορφώνου / επιμορφώσου | — | — | επιμορφωθείτε / επιμορφώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →