επιμόλυνση
•
- ιατρικήη μόλυνση (πληγής, τροφίμων κλπ) με παθογόνους μικροοργανισμούς από το γειτονικό περιβάλλον Βικιλεξικό
- καθαρίζουμε προσεκτικά την πληγή και το δέρμα τριγύρω της για να αποφύγουμε την επιμόλυνση
- δεν αφήνουμε στο ψυγείο χαλασμένα τρόφιμα, για να αποφύγουμε την επιμόλυνση των υπόλοιπων τροφών
- ιατρικήη μόλυνση μιας ουσίας με βλαβερά συστατικά που προέρχονται από το περιβάλλον Βικιλεξικό
- η επιμόλυνση του μητρικού γάλακτος με τοξικές ουσίες που μοιάζουν με τα οιστρογόνα
- γενετικήη εισαγωγή ξένου DNA σε ένα ευκαρυωτικό κύτταρο, όπως συμβαίνει πχ όταν γειτνιάζουν καλλιέργειες συμβατικών φυτών με καλλιέργειες γενετικά τροποιημένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμόλυνση < επιμολύν(ω) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμόλυνση | επιμολύνσεις |
| Γενική | επιμόλυνσης | επιμολύνσεων |
| Αιτιατική | επιμόλυνση | επιμολύνσεις |
| Κλητική | επιμόλυνση | επιμολύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →