Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιμόλυνση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη μόλυνση (πληγής, τροφίμων κλπ) με παθογόνους μικροοργανισμούς από το γειτονικό περιβάλλον Βικιλεξικό
    • καθαρίζουμε προσεκτικά την πληγή και το δέρμα τριγύρω της για να αποφύγουμε την επιμόλυνση
    • δεν αφήνουμε στο ψυγείο χαλασμένα τρόφιμα, για να αποφύγουμε την επιμόλυνση των υπόλοιπων τροφών
  2. ιατρικήη μόλυνση μιας ουσίας με βλαβερά συστατικά που προέρχονται από το περιβάλλον Βικιλεξικό
    • η επιμόλυνση του μητρικού γάλακτος με τοξικές ουσίες που μοιάζουν με τα οιστρογόνα
  3. γενετικήη εισαγωγή ξένου DNA σε ένα ευκαρυωτικό κύτταρο, όπως συμβαίνει πχ όταν γειτνιάζουν καλλιέργειες συμβατικών φυτών με καλλιέργειες γενετικά τροποιημένων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιμόλυνση < επιμολύν(ω) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιμόλυνσηεπιμολύνσεις
Γενικήεπιμόλυνσηςεπιμολύνσεων
Αιτιατικήεπιμόλυνσηεπιμολύνσεις
Κλητικήεπιμόλυνσηεπιμολύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →