επιμόχθως
•
- παρωχημένοεπίμοχθα, με μόχθο, επίπονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμόχθως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιμόχθως < αρχαία ελληνική ἐπίμοχθος. Συγχρονικά αναλύεται σε επίμοχθ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →