Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επινεμητικός

/e.pi.ne.mi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επινέμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • επινεμητικές παρεμβάσεις του κράτους
    • επινεμητική δικαιοσύνη

Ετυμολογία

επινεμητικός < επινέμω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπινεμητικόςεπινεμητικήεπινεμητικό
Γενικήεπινεμητικούεπινεμητικήςεπινεμητικού
Αιτιατικήεπινεμητικόεπινεμητικήεπινεμητικό
Κλητικήεπινεμητικέεπινεμητικήεπινεμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπινεμητικοίεπινεμητικέςεπινεμητικά
Γενικήεπινεμητικώνεπινεμητικώνεπινεμητικών
Αιτιατικήεπινεμητικούςεπινεμητικέςεπινεμητικά
Κλητικήεπινεμητικοίεπινεμητικέςεπινεμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →