επινεμητικός
•
- που έχει σχέση με την επινέμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- επινεμητικές παρεμβάσεις του κράτους
- επινεμητική δικαιοσύνη
Ετυμολογία
επινεμητικός < επινέμω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επινεμητικός | επινεμητική | επινεμητικό |
| Γενική | επινεμητικού | επινεμητικής | επινεμητικού |
| Αιτιατική | επινεμητικό | επινεμητική | επινεμητικό |
| Κλητική | επινεμητικέ | επινεμητική | επινεμητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επινεμητικοί | επινεμητικές | επινεμητικά |
| Γενική | επινεμητικών | επινεμητικών | επινεμητικών |
| Αιτιατική | επινεμητικούς | επινεμητικές | επινεμητικά |
| Κλητική | επινεμητικοί | επινεμητικές | επινεμητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →