επινικελώνω
•
- καλύπτω με στρώση νικελίου, με ηλεκτρολυτική μέθοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επινικελώνω < επι- + νικελώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική nickeler)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επινικελώνω | επινικελώνεις | επινικελώνει | επινικελώνουμε | επινικελώνετε | επινικελώνουν / επινικελώνουνε |
| Παρατατικός | επινικέλωνα | επινικέλωνες | επινικέλωνε | επινικελώναμε | επινικελώνατε | επινικέλωναν / επινικελώναν / επινικελώνανε |
| Αόριστος | επινικέλωσα | επινικέλωσες | επινικέλωσε | επινικελώσαμε | επινικελώσατε | επινικέλωσαν / επινικελώσαν / επινικελώσανε |
| Μέλλοντας | θα επινικελώνω / θα επινικελώσω | θα επινικελώνεις / θα επινικελώσεις | θα επινικελώνει / θα επινικελώσει | θα επινικελώνουμε / θα επινικελώσουμε | θα επινικελώνετε / θα επινικελώσετε | θα επινικελώνουν / θα επινικελώνουνε / θα επινικελώσουν / θα επινικελώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επινικελώσει | έχεις επινικελώσει | έχει επινικελώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επινικελώσει | είχες επινικελώσει | είχε επινικελώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επινικελώσει / να επινικελώνω / να επινικελώσω | να έχεις επινικελώσει / να επινικελώνεις / να επινικελώσεις | να έχει επινικελώσει / να επινικελώνει / να επινικελώσει | να επινικελώνουμε / να επινικελώσουμε | να επινικελώνετε / να επινικελώσετε | να επινικελώνουν / να επινικελώνουνε / να επινικελώσουν / να επινικελώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε επινικελωμένο / επινικέλωνε / επινικέλωσε | — | — | επινικελώνετε / επινικελώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επινικελώθηκαεπινικελώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →