Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιπεδογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επιπεδογραφία ή τον επιπεδογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιπεδογραφικός < επιπεδογραφία / επιπεδογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιπεδογραφικόςεπιπεδογραφικήεπιπεδογραφικό
Γενικήεπιπεδογραφικούεπιπεδογραφικήςεπιπεδογραφικού
Αιτιατικήεπιπεδογραφικόεπιπεδογραφικήεπιπεδογραφικό
Κλητικήεπιπεδογραφικέεπιπεδογραφικήεπιπεδογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιπεδογραφικοίεπιπεδογραφικέςεπιπεδογραφικά
Γενικήεπιπεδογραφικώνεπιπεδογραφικώνεπιπεδογραφικών
Αιτιατικήεπιπεδογραφικούςεπιπεδογραφικέςεπιπεδογραφικά
Κλητικήεπιπεδογραφικοίεπιπεδογραφικέςεπιπεδογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →