επιπεδογραφικός
•
- που έχει σχέση με την επιπεδογραφία ή τον επιπεδογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιπεδογραφικός < επιπεδογραφία / επιπεδογράφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιπεδογραφικός | επιπεδογραφική | επιπεδογραφικό |
| Γενική | επιπεδογραφικού | επιπεδογραφικής | επιπεδογραφικού |
| Αιτιατική | επιπεδογραφικό | επιπεδογραφική | επιπεδογραφικό |
| Κλητική | επιπεδογραφικέ | επιπεδογραφική | επιπεδογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιπεδογραφικοί | επιπεδογραφικές | επιπεδογραφικά |
| Γενική | επιπεδογραφικών | επιπεδογραφικών | επιπεδογραφικών |
| Αιτιατική | επιπεδογραφικούς | επιπεδογραφικές | επιπεδογραφικά |
| Κλητική | επιπεδογραφικοί | επιπεδογραφικές | επιπεδογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →