Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιπεδοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μετατρέπω κάτι σε επίπεδο Βικιλεξικό
  2. ισότητα, εξίσωση (όχι η μαθηματική έννοια) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιπεδοποίηση < + -ποίηση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιπεδοποίησηεπιπεδοποιήσεις
Γενικήεπιπεδοποίησηςεπιπεδοποιήσεων
Αιτιατικήεπιπεδοποίησηεπιπεδοποιήσεις
Κλητικήεπιπεδοποίησηεπιπεδοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →