επιπλοποιός
•
- επάγγελμααυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την κατασκευή επίπλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιπλοποιός < έπιπλ(ο) + -ο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιπλοποιός | επιπλοποιοί |
| Γενική | επιπλοποιού | επιπλοποιών |
| Αιτιατική | επιπλοποιό | επιπλοποιούς |
| Κλητική | επιπλοποιέ | επιπλοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →