επισεσυρμένη
•
- γραφέςείδος γραφής χειρογράφων, στην οποία το χέρι του γραφέα συρόταν στο χαρτί και σηκωνόταν αραιά και πού από το χειρόγραφο κατά την διαδικασία της γραφής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισεσυρμένη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπισεσυρμένη (εννοείται: γραφή), θηλυκό του ἐπισεσυρμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἐπισύρω (παραμελημένος, απρόσεκτος, γραμμένος αμελώς) < ἐπί + σύρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επισεσυρμένη | επισεσυρμένες |
| Γενική | επισεσυρμένης | επισεσυρμένων |
| Αιτιατική | επισεσυρμένη | επισεσυρμένες |
| Κλητική | επισεσυρμένη | επισεσυρμένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →