επισημοποιώ
•
- κάνω επίσημο κάτι που ήταν ανεπίσημο Βικιλεξικό
- Η νηστεία των Χριστουγέννων καθιερώθηκε αρχικά από τον 4ο μ.Χ. αιώνα και επισημοποιήθηκε ως τεσσαρακονθήμερος γύρω στον 7ο μ.Χ. αιώνα. (Η Νηστεία ως τρόπος ζωής, Ιερά Μητρόπολις Κυτίου, ανακτήθηκε 8/5/2026 https://imkitiou.org/blog/koinonika-themata/i-nisteia-os-tropos-zois)
Ετυμολογία
επισημοποιώ < επίσημος + -ο- + ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επισημοποιώ | επισημοποιείς | επισημοποιεί | επισημοποιούμε | επισημοποιείτε | επισημοποιούν / επισημοποιούνε |
| Παρατατικός | επισημοποιούσα | επισημοποιούσες | επισημοποιούσε | επισημοποιούσαμε | επισημοποιούσατε | επισημοποιούσαν / επισημοποιούσανε |
| Αόριστος | επισημοποίησα | επισημοποίησες | επισημοποίησε | επισημοποιήσαμε | επισημοποιήσατε | επισημοποίησαν / επισημοποιήσαν / επισημοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα επισημοποιήσω / θα επισημοποιώ | θα επισημοποιήσεις / θα επισημοποιείς | θα επισημοποιήσει / θα επισημοποιεί | θα επισημοποιήσουμε / θα επισημοποιούμε | θα επισημοποιήσετε / θα επισημοποιείτε | θα επισημοποιήσουν / θα επισημοποιήσουνε / θα επισημοποιούν / θα επισημοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω επισημοποιήσει | έχεις επισημοποιήσει | έχει επισημοποιήσει | έχουμε επισημοποιήσει | έχετε επισημοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επισημοποιήσει | είχες επισημοποιήσει | είχε επισημοποιήσει | είχαμε επισημοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επισημοποιήσει / να επισημοποιήσω / να επισημοποιώ | να έχεις επισημοποιήσει / να επισημοποιήσεις / να επισημοποιείς | να έχει επισημοποιήσει / να επισημοποιήσει / να επισημοποιεί | να έχουμε επισημοποιήσει / να επισημοποιήσουμε / να επισημοποιούμε | να έχετε επισημοποιήσει / να επισημοποιήσετε / να επισημοποιείτε | να επισημοποιήσουν / να επισημοποιήσουνε / να επισημοποιούν / να επισημοποιούνε |
| Προστακτική | — | επισημοποίει / επισημοποίησε | — | — | επισημοποιήστε / επισημοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →