Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισκέπτομαι

/e.piˈsce.pto.me/ρήμα
•
  1. πάω για επίσκεψη κάπου Βικιλεξικό
  2. πηγαίνω κάπου για να κάνω κάποιον έλεγχο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισκέπτομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπισκέπτομαι < ἐπι- + σκέπτομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπισκέπτομαιεπισκέπτεσαιεπισκέπτεταιεπισκεπτόμαστεεπισκέπτεστεεπισκέπτονται
Παρατατικόςεπισκεπτόμουν / επισκεπτόμουναεπισκεπτόσουν / επισκεπτόσουναεπισκεπτόταν / επισκεπτότανεεπισκεπτόμασταν / επισκεπτόμαστεεπισκεπτόσασταν / επισκεπτόσαστεεπισκέπτονταν / επισκεπτόντουσαν
Αόριστοςεπισκέφθηκαεπισκέφθηκεςεπισκέφθηκεεπισκεφθήκαμεεπισκεφθήκατεεπισκέφθηκαν / επισκεφθήκαν / επισκεφθήκανε
Μέλλονταςθα επισκέπτομαι / θα επισκεφθώθα επισκέπτεσαι / θα επισκεφθείςθα επισκέπτεται / θα επισκεφθείθα επισκεπτόμαστε / θα επισκεφθούμεθα επισκέπτεστε / θα επισκεφθείτεθα επισκέπτονται / θα επισκεφθούν / θα επισκεφθούνε
Παρακείμενοςέχω επισκεφθείέχεις επισκεφθείέχει επισκεφθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα επισκεφθείείχες επισκεφθείείχε επισκεφθεί———
Υποτακτικήνα έχω επισκεφθεί / να επισκέπτομαι / να επισκεφθώνα έχεις επισκεφθεί / να επισκέπτεσαι / να επισκεφθείςνα έχει επισκεφθεί / να επισκέπτεται / να επισκεφθείνα επισκεπτόμαστε / να επισκεφθούμενα επισκέπτεστε / να επισκεφθείτενα επισκέπτονται / να επισκεφθούν / να επισκεφθούνε
Προστακτική—επισκέπτου / επισκέψου——επισκέπτεστε / επισκεφθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →