επισκέπτομαι
•
- πάω για επίσκεψη κάπου Βικιλεξικό
- πηγαίνω κάπου για να κάνω κάποιον έλεγχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισκέπτομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπισκέπτομαι < ἐπι- + σκέπτομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επισκέπτομαι | επισκέπτεσαι | επισκέπτεται | επισκεπτόμαστε | επισκέπτεστε | επισκέπτονται |
| Παρατατικός | επισκεπτόμουν / επισκεπτόμουνα | επισκεπτόσουν / επισκεπτόσουνα | επισκεπτόταν / επισκεπτότανε | επισκεπτόμασταν / επισκεπτόμαστε | επισκεπτόσασταν / επισκεπτόσαστε | επισκέπτονταν / επισκεπτόντουσαν |
| Αόριστος | επισκέφθηκα | επισκέφθηκες | επισκέφθηκε | επισκεφθήκαμε | επισκεφθήκατε | επισκέφθηκαν / επισκεφθήκαν / επισκεφθήκανε |
| Μέλλοντας | θα επισκέπτομαι / θα επισκεφθώ | θα επισκέπτεσαι / θα επισκεφθείς | θα επισκέπτεται / θα επισκεφθεί | θα επισκεπτόμαστε / θα επισκεφθούμε | θα επισκέπτεστε / θα επισκεφθείτε | θα επισκέπτονται / θα επισκεφθούν / θα επισκεφθούνε |
| Παρακείμενος | έχω επισκεφθεί | έχεις επισκεφθεί | έχει επισκεφθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επισκεφθεί | είχες επισκεφθεί | είχε επισκεφθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επισκεφθεί / να επισκέπτομαι / να επισκεφθώ | να έχεις επισκεφθεί / να επισκέπτεσαι / να επισκεφθείς | να έχει επισκεφθεί / να επισκέπτεται / να επισκεφθεί | να επισκεπτόμαστε / να επισκεφθούμε | να επισκέπτεστε / να επισκεφθείτε | να επισκέπτονται / να επισκεφθούν / να επισκεφθούνε |
| Προστακτική | — | επισκέπτου / επισκέψου | — | — | επισκέπτεστε / επισκεφθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →